Saint Paisios of Mount Athos

Άγιος Παΐσιος,o Αγιορείτης

Το όνομα του πριν την μοναχική ζωή ήταν Αρσένιος Εζνεπίδης. Γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924 και έφυγε ειρηνικά στις 12 Ιουλίου 1994. Ο Άγιος Παΐσιος o Αγιορείτης  ήταν Έλληνας μοναχός και ήταν ευρέως γνωστός για τον βίο και το έργο του.

Η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2015 σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Γεννήθηκε στα Φάρασα Καπαδοκίας, στη Μ.Ασία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Είχε ακόμα 8 αδέλφια.Μετά από λίγο η οικογένεια του έφυγε για την Ελλάδα όπου εκεί βαφτίστηκε Αρσένιος παίρνοντας έτσι το όνομα του ιερέα που τον βάφτησε.

Η οικογένειά του μαζί με τα καραβάνια με τους υπόλοιπους πρόσφυγες πήγε στον Πειραιά, μετά στην Κέρκυρα στην συνέχεια στην Ηγουμενίτσα και τελικά κατέληξαν στην Κόνιτσα.

Από μικρός έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν μάλιστα του παραγγέλναν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόταν την θλίψη της οικογένειας και τη φτώχεια της εποχής και δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Ζητούσε πολλές φορές να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι’ αυτό και πολλές φορές τον αναφέρουν ως “Ασυρματιστή του Θεού“. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Ο Αρσένιος εισήλθε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στην οικογένεια του για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε ξανά στο Άγιο Όρος.

Πήγε στη Μονή Εσφιγμένου όπου εκεί τελέσθηκε η τελετή της « ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Εκεί ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη.

Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου. Το 1956 χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιος Β’. Το 1958 πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί  βοήθησε τους βασανισμένους και φτωχούς Έλληνες, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. To 1962 πήγε στο Όρος Σινά.

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος , από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ, έμεινε στη Σκήτη του Τίμιου Προδρόμου Ιβήρων. Tο 1966  ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο ωοσοκομείο. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή.  Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια.

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του.

Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς.

Δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του.

Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο της κοίμησής του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

 

Ιουλίου 12, 2015 ( Repeating Annually On July 12 )